29.12.18

presunto - Μανιφέστο για μια Κριτική Ποίηση


Η ποίηση μένει στις γειτονιές του κέντρου
στα Πατήσια, την Κυψέλη
Στον Άγιο Παντελεήμονα, τον Σταθμό Αττικής, τον Άγιο Νικόλαο
Δεν γράφεται με λέξεις επιτηδευμένες, αποστειρωμένες
Στα ευρύχωρα σαλόνια των προαστίων
Στο ντιβάνι της ψυχανάλυσης
Μ’ ένα ποτήρι ωριμασμένο κρασί
Η ποίηση
Έχει ψυχολογικά
Καπνίζει μανιασμένα
Δεν έχει τον θεό της
Σε σκουντάει στον ώμο
Και σου λέει
«κάτσε ν’ ακούσεις κι αυτό
γιατί αν δεν το πω θα πεθάνω»
Η ποίηση
Δεν ζει, δεν φτουράει
Μέσα στην αφόρητη ησυχία
Και τη (μικρο-)αστική ασφάλεια
Στον «αιώνιο», σταματημένο χρόνο
Η ποίηση, μα
Σπάει τζάμια
Βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση
Και μιλάει μ’ ό,τι λόγια προλαβαίνει ν’ αρθρώσει
Μέσα στην ένταση του παρόντος
Δε μιλάει τη γλώσσα της υψηλής κοινωνίας
Γιατί δεν την ξέρει και
Γιατί δεν κόφτεται να την μάθει
Ώστε να γίνει κατανοητή
Από τους λίγους κι εκλεκτούς
Η ποίηση μιλάει τη μόνη γλώσσα που είναι αληθινή
Τη γλώσσα του δρόμου
Τη ζωντανή γλώσσα των ζωντανών ανθρώπων
Τα λέει έξω απ’ τα δόντια
Η ποίηση φωνάζει
Βρίζει, γελάει και κλαίει
Αναστατώνει τον καθωσπρεπισμό
της (μικρο-)αστικής ηθικής
Παίρνει τους δρόμους τη νύχτα
Αγοράζει περιπτερόμπυρα
Και κάθεται ν’ ακούσει ιστορίες
Σκύβει κι αφουγκράζεται
Μ’ έμφυτη περιέργεια
Για καθετί τ’ ανθρώπινο
Σε παγκάκια μισοφώτιστα, ανασφαλή
Η ποίηση δεν τραβιέται απ’ το πρόβλημα μην κολλήσει, μην προσβληθεί
Μα συμπάσχει, συμπονεί
Γίνεται ντουντούκα
Κι έτσι, διαλεκτικά
Γίνεται η φωνή του κάθε καταπιεσμένου
Αν δεν βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την κοινωνία
Η ποίηση
Δεν είναι ποίηση
Η ποίηση
Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια
Γεννήθηκε μέσα απ’ τη σύγκρουση
Των αρχαίων θεών –
- «Πόλεμος Πατήρ Πάντων» -
Είναι φύσει αιρετική
Ασυμβίβαστη, κι απόκληρη
Έχει μάθει να τα βγάζει πέρα
Μοναχή της
Και να μην εντάσσεται
Γεννήθηκε ως ρήξη
Ως συνείδηση
Κριτική
Έχει δει, κι έχει ακούσει
Δοκιμάζει τις απόψεις της στο τώρα
Η ποίηση ρισκάρει
Σπάει τα όρια
Κι είναι εκκρεμές
Που πασχίζει να κατανοήσει καθετί το «ακραίο»
Χωρίς να ταυτιστεί
Απλώς διότι
Είναι βιωματική
Δεν γίνεται αγελαία
Δεν κάνει συμμαχίες
Για να επιβιώσει
Επιβιώνει μόνη της
Όσο μπορεί
Η ποίηση είναι αντικοινωνική
Έχει τις μαύρες της
Κλείνεται στο σπίτι
Και δεν βγάζει μιλιά
Γιατί δεν βρίσκει λόγια να εκφραστεί
Η ποίηση
Είναι μόνο ποίηση της εποχής της
Κι αυτό
Αν είναι
Την κάνει αιώνια
Δεν έχει ωράρια
Μα σε πλημμυρίζει όταν πυκνώνει το παρόν σου
Ακούει χιπ χοπ
Αντί για κλασσική μουσική
Γιατί δεν έχει χρόνο να εφησυχαστεί
Παρά γυρεύει ν’ αναστατώσει
Έχει μάθει να είναι σε διαρκή επαγρύπνιση
Όταν κοιμάται
Κοιμάται με το ‘να μάτι ανοιχτό
Στριφογυρίζει στο κρεβάτι
Παραμιλάει
Και τινάζεται
Δεν γυρεύει την τέλεια ρίμα
Παρά σπάει δόντια
Με τον ζωντανό της, ρέοντα λόγο
Η ποίηση είναι πολεμική τέχνη
Γιατί χρειάζεται μονάχα
Ένα σώμα
Για να παρασιτήσει πάνω του, μέσα του
Σαν μαχαίρι που κόβει μέσα στην ψυχή, «αδιάκοπα»
Η ποίηση έχει γωνίες κι αγωνίες
Τα λέει δυνατά
Κι ας ξέρει ότι την παρακολουθεί η Ασφάλεια
Σου αφηγείται πώς πέρασε χθες βράδυ
Αν θέλει
Χρησιμοποιεί λέξεις που σοκάρουν τη (μικρο-)αστική ηθική
Και dissάρει Μαλακάσηδες
Διεκδικώντας τον ζωτικό της χώρο
Δεν πουλάει το ζωτικό της ύφος
Δεν τρεμουλιάζει πλάι στη σόμπα
Πάνω απ’ το γραφείο, δίπλα στη λάμπα
Ξεβολεύεται και ξεβολεύει
Κι έτσι, εκφράζει
Παίρνει τους δρόμους για να εμπνευστεί
Και μένει εκεί που φοβάσαι να πας
Μην τυχόν
Και δοκιμαστούν οι ιδέες σου
Η ποίηση έχει μπλέξει
Κι είναι σε πόλεμο με όλους
Κι ας μισεί τον πόλεμο
Είναι μάχιμη
Είναι μάγκισσα
Κι ας μην πουλάει μαγκιά
Γνωρίζει πως μόνη αλήθεια είναι η αντίφαση
Κι αυτό το ξέρει τόσο στη θεωρία, όσο στην πράξη
Δεν ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις
Δεν πασχίζει να γίνει αποδεκτή
Από τους «όμοιους»
Για να «χωρέσει»
Είναι πρωτοπόρα
Γιατί πατάει στον ιστορικό χρόνο
Δεν αυτοκτονεί
Όσο κι αν καμιά φορά ζυγιάζεται
Ούτε θυσιάζεται –
- Δεν χαρίζει κάστανα.
Δεν είναι απουσιολόγα
Και δεν χρειάζεται να ‘χεις τελειώσει Φιλόλογος
ή να ‘χεις δίπλα λεξικό
Για να την κατανοήσεις
Μιλάει για την πραγματική ζωή
Ζει στη διαρκή ανασφάλεια
Κι η ζωή της, μια ζαριά
Κι όπου την βγάλει
Είναι αυθάδης
Γιατί είναι το κάθε νέο
Που σπρώχνει το παλιό
Για να ακουστεί
Η ποίηση
Έχει αϋπνίες
Πέφτει κάτω από τον έρωτα
Και κλείνεται στο σπίτι
Κατεβάζει τα ρολά
Και κείται με μάτια μισάνοιχτα, βλέμμα θολωμένο
Στο κρεβάτι
Κρατώντας στο χέρι ένα μπουκάλι
Καρφωμένη σ’ ένα ζευγάρι μάτια στον τοίχο
Κι αφήνοντας τα γένια να μακρύνουν
Μέρα, νύχτα
Μέρα, νύχτα
Μάνα της ποίησης
Δεν είναι η πλήξη
Μα η ανησυχία
Η ποίηση είναι πράξη αναγκαστική
Μοναδική επιλογή
Που σπάει όλες τις φόρμες
Στην απέλπιδα προσπάθεια να εκφραστεί
Ξεχειλίζει σαν χείμαρρος
Δεν γυρεύει τα υψηλά, αφηρημένα νοήματα
Μα προτιμά να μιλά για το βίωμα
Για καθετί που αξίζει να ειπωθεί
Κι έτσι τα νοήματά της
Προκύπτουν απ’ τη ζωντανή εμπειρία
Και δεν έχουν σταματημό
Ο γραφικός χαρακτήρας της ποίησης
Προσφέρεται για διαγνώσεις σχιζοφρένειας
Είναι γεμάτη μουντζούρες
Και μόνο όταν και αν ξεφύγει απ’ την κατάθλιψη
Καθαρογράφει
Ο λόγος της είναι δυνατός
Τσακίζει κόκκαλα
Γιατί είναι αληθινός
Η ποίηση
Σου ρίχνει μία στο κεφάλι
Να σε ξυπνήσει
Κυκλοφορεί στα γκέτο τη νύχτα
Στα σοκάκια με τις χαλασμένες λάμπες
Φοράει πέτσινο σακάκι
Και ξέρει να κρατάει το στόμα της κλειστό
Μα
Όταν τ΄ανοίγει
Δε μασάει τα λόγια της
Έχει διαρκώς τον νου της
Και ρίχνει καμμιά πισινή
Η ποίηση μένει στις γειτονιές
Όπου ακούγονται κραυγές
Και στέκεται αμήχανη
Σκεπτόμενη:
«Να εμπλακώ, ή όχι;»
Έχοντας μάθει να μη βασίζεται πουθενά
Αρνείται ν’ αναμασήσει ιδεολογήματα
Αποβάλλει πρόσημα
Δεν υιοθετεί ταυτότητες
Δεν αναπαράγει παγιωμένες ιδεολογίες
Στρατεύεται για τον άνθρωπο και μόνο
Γιατί έχει μάθει να είναι νομιναλιστική, εμπειριστική
Να κρίνει ανά περίπτωση
Να είναι αναλυτική
Να συγκρούεται με τις Απόλυτες Αλήθειες
Να βλέπει και τις δύο όψεις
Κάθε νομίσματος
Που της πουλάνε
Μ’ αυτόν
- Και μόνο μ’ αυτόν, τον τρόπο
Η ποίηση σπάει ρίζες
Και, εν τέλει
Έχει κάτι πράγματι να πει
Είναι υλιστική
Κοινωνικά γειωμένη
«Από τα κάτω»
Συνεπής στην Αλήθεια
Τελικά, αυθεντική
Αφηγείται
Τη Ζωή.